Ο άγιος ιερομάρτυς Ηρακλείδιος

(17 Σεπτεμβρίου)


«Τις σου τον βίον ισχύσει εκδιηγήσασθαι;... Χαίρε ότι εχρίσθης Ιεράρχης θεόθεν. Χαίρε ότι εφάνης οδηγός παιδιόθεν»...


Δικαιολογημένη η απορία. Δίκαιος και ο έπαινος. Γιατί ο άγιος Ηρακλείδιος, που γιορτάζουμε στις 17 του Σεπτέμβρη, δεν είναι μόνο ο πρώτος Ιεράρχης της ξακουστής Ταμασού, αλλά κι ένας απ' τους πρώτους και πιο σπουδαίους Ιεράρχες της Νήσου των Αγίων, της ευλογημένης Κύπρου μας.

Γεννήθηκε στη Λαμπαδού ή Λαμπαδιστό, ένα χωριό κοντά στο σημερινό Μιτσερό, κι ήταν γιος ειδωλολάτρη ιερέα.


Κάποια μέρα που πατέρας και γιος καταγινόντουσαν με την προσφορά θυσίας στους θεούς, δύο ξένοι πλησίασαν, κι αφού χαιρέτησαν με καλοσύνη, ζήτησαν να μάθουν απ' αυτούς τον δρόμο που θα τους οδηγούσε προς την Πάφο.

Οι δύο ξένοι, που φαινόντουσαν να έρχονται από μακριά, ήταν οι απόστολοι Βαρνάβας και Μάρκος που είχαν έρθει στο νησί με τον απόστολο Παύλο για την πρώτη τους αποστολική περιοδεία, γύρω στο 45-46 μ.Χ.

Ο ειδωλολάτρης ιερέας Ιεροκλής η Ιερόκλεως, ο πατέρας του Ηρακλειδίου, με την ευγένεια και τη φιλοξενία που διακρίνει τους Έλληνες, έσπευσε να καλέσει τους ξένους να παραμείνουν στο σπίτι του, εκεί στο χωριό τη Λαμπαδού, για να ξεκουραστούν.

Οι Απόστολοι όμως επέμεναν να προχωρήσουν κι αυτός, για να τους διευκολύνει, έστειλε τον γιο του τον Ηρακλέωνα, να τους συνοδεύσει ως έξω από το χωριό, και να τους δείξει τον δρόμο. Ευλογημένη συνάντηση.! Και τρισευλογημένη απόφαση!


Μόλις οι Απόστολοι απομακρύνθηκαν απ' εκεί, άρχισαν τη συζήτηση με τον νεαρό.
- Τι εκάμνατε, παιδί μου, εκεί που σας συναντήσαμε, ρώτησε ο ένας απ' αυτούς, ο Βαρνάβας.
- Προσφέραμε θυσία στους θεούς μας, απήντησε ο Ηρακλείδιος.
- Θεοί οι πέτρες και τα ξύλα; Όχι, παιδί μου. Αυτά δεν είναι θεοί. Είναι δημιουργήματα. Είναι έργα χειρών ανθρώπων.

Ο Θεός είναι ένας. Αυτός, που εδημιούργησε «τον ουρανόν και την γην, την Θάλασσαν και πάντα τα εν αύτοις».

Ο Θεός, ο αληθινός Θεός, δεν κατοικεί μέσα σε χειροποίητους ναούς, ούτε και υπηρετείται από χέρια ανθρώπων, γιατί δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Αντίθετα! Αυτός είναι που δίδει σε όλα ζωή κι αναπνοή κι όλα όσα τους χρειάζονται για τη συντήρηση τους. Αυτός, από ένα ζευγάρι, έκανε όλα τα έθνη των ανθρώπων που κατοικούν πάνω στη γη. Κι Αυτός, όταν οι άνθρωποι πλανηθήκαμε, από αγάπη άπειρη έστειλε σ' εμάς τον γιο του, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, για να μας σώσει...


Ο Ηρακλέων με κατάνυξη άκουε τα λόγια των Αποστόλων. Η ψυχή του, σαν τη διψασμένη γη, ρουφούσε κυριολεκτικά τη διδασκαλία γύρω από το πρόσωπο του Ιησού. Και το αποτέλεσμα; Ευλογημένο! Ο νεαρός προσήλυτος, όταν έφθασαν στον ποταμό Σέτραχο,
Μερικοί φρονούν πως ο ποταμός στον όποιο βαπτίσθηκε ο Ηρακλείδιος είναι ο Καρκώτης, ο ποταμός της Σολέας. που τρέχει κάτω από το χωριό της Μαραθάσας, τον Καλοπαναγιώτη, σαν τον Ευνούχο της Κανδάκης της βασίλισσας των Αιθιόπων, ρώτησε με λαχτάρα:


— Ποιος με εμποδίζει να βαπτιστώ;
— Κανένας, ήταν η απάντηση. Αρκεί να το θελήσεις.
— Το θέλω! φώναξε ο Ηρακλέων. Το θέλω με την καρδιά μου!


Τότε οι Απόστολοι, γεμάτοι χαρά, κατέβηκαν στον ποταμό, τον βάφτισαν «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», και του έδωκαν το όνομα Ηρακλείδιος. Μετά προχώρησαν σε μια σπηλιά κοντά στον ποταμό, στην οποία παρέμειναν μερικές μέρες συνεχίζοντες τη διδασκαλία.


Εκεί ένα πρωί ήρθε απροσδόκητα και τους συνήντησε κι ο απόστολος Παύλος. Την επόμενη έφτασε κι ο Μνάσων, τον όποιο ο απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων ονομάζει «αρχαίον μαθητήν» (Πράξ. κα', 16). Αφού συμπληρώθηκε η κατήχηση του νεοφώτιστου οι τρεις απόστολοι τον χειροτόνησαν επίσκοπο της Ταμασού και του ανέθεσαν υστέρα από θερμή προσευχή να συνεχίσει το έργο της αλιείας ψυχών στην πολυάνθρωπο πόλη. Μαζί του έμεινε κι ο Μνάσων.


Οι δύο μαθητές αφού αποχαιρέτησαν τους Αποστόλους και με δάκρυα στα μάτια κατευόδωσαν για την Πάφο, ρίφθηκαν με φλογερό ζήλο στο έργο τους. Το ιερό έργο της σωτηρίας ψυχών. Τόπος συνάξεων ένα υπόγειο. ένα υπόγειο σπήλαιο, που σώζεται και σήμερα και που βρίσκεται μέσα στο ομώνυμο μοναστήρι. Το σπήλαιο αυτό χρησίμεψε όχι μονάχα ως εκκλησία στην οποία ο Ηρακλείδιος συγκέντρωνε τους πιστούς του, αλλά και σαν κατοικία κι ασκητήριό του. Κάτι περισσότερο. Το σπήλαιο αυτό έγινε ακόμη και τάφος του, μα και τάφος της ειδωλολατρίας.


Εδώ θεμελιώθηκε η πρώτη Εκκλησία που σιγά-σιγά απλώθηκε σ' όλη την πόλη. Ανάμεσα στους πρώτους πού κλήθηκαν να χαρούν το φως της νέας ζωής, υπήρξαν οι γονείς του φλογερού και ζηλωτή εργάτη του χριστιανικού αμπελώνα. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «είτις των ιδίων και μάλιστα των οικείων ου προνοεί, την πίστιν ήρνηται και εστίν απίστου χειρών» (Α' Τιμ. ε' 8), Βρήκαν στο πρόσωπο του Αγίου ένα πιστό και ενθουσιώδη εκτελεστή. Με τις στοργικές του νουθεσίες και τις θερμές του παρακλήσεις τόσο ο πατέρας, όσο κι η μητέρα του ασπάσθηκαν με χαρά κι ευγνωμοσύνη την καινούργια θρησκεία και βαφτίστηκαν. Πόση χριστιανική αγαλλίαση κι ικανοποίηση δοκίμασε ο νεαρός ιεραπόστολος την ήμερα εκείνη! Την ήμερα που οι γονείς του φόρεσαν τον λευκό του βαπτίσματος χιτώνα.

Καλότυχοι γονείς. Ευτυχισμένος γιος!


Με τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του Αγίου το μικρό ποίμνιο που σχηματίστηκε στην αρχή γύρω του μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, ώστε σε λίγο καιρό η πόλη της Ταμασού να γίνει ένα περίλαμπρο χριστιανικό κέντρο. Στην αύξηση αυτή μαζί με την αρετή και τον φλογερό ζήλο του πολύ συνέβαλε και το θαυματουργικό χάρισμα με το οποίο πλούσια τον χαρίτωσε ο Κύριος.

Πολλά, πάρα πολλά θαύματα αναφέρονται στον Άγιο και παλαιά, μα και στην εποχή μας. Θα σημειώσουμε εδώ μερικά.


Μια μέρα, ένα φίδι φαρμακερό (κουφή) δάγκασε το μονάκριβο παιδί κάποιας γυναίκας που ήταν συγγενής της συζύγου του κοινοτάρχη της Ταμασού, της Μακεδονίας, την οποία οι άγιοι έσωσαν νωρίτερα από βέβαιο Θάνατο. Η Τροφίμη - έτσι λεγόταν η μητέρα - μαζί με μερικούς άλλους φανερούς πιστούς έτρεξαν και κάλεσαν τους δύο Αγίους στο σπίτι που ήταν το παιδί. Οι Άγιοι με προθυμία έσπευσαν να ανταποκριθούν στην παράκληση. Σαν έφθασαν, ο όσιος Ηρακλείδιος γονάτισε μπροστά στο άτυχο παιδί και σήκωσε τα χέρια.
Τη στιγμή που με κατάνυξη προσευχόταν και ζητούσε από τον Κύριο να αναστήσει το νεκρό παιδί, η μητέρα έξαλλη απ' τη λύπη κτύπησε το κεφάλι στον τοίχο κι έπεσε κι αυτή κάτω νεκρή.
Ο όσιος χωρίς να ταραχθεί, συνέχισε την προσευχή του. Σαν τέλειωσε, έκαμε το σημείο του σταυρού πάνω στο παιδί, το πήρε από το χέρι και το τράβηξε. Ο Αέτιος — αυτό ήταν το όνομα του - άνοιξε τα μάτια και σηκώθηκε σαν να ξυπνούσε από βαρύ ύπνο. Την ίδια στιγμή ο όσιος Μνάσων ανέστησε και την Τροφίμη, τη νεκρή μητέρα και της παρέδωσε το παιδί της.


Οι παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σε ουρανομήκεις δοξολογίες. Αμέσως η Τροφίμη, αφού ντύθηκε την πιο καλή της φορεσιά κι έντυσε λαμπρά και το παιδί της, ξεχύθηκε μαζί με τους Αγίους, τη συγγενή της Μακεδονία και το πλήθος στον δρόμο και φώναξε με πίστη και παλμό:
- Πιστεύω στον Ιησού Χριστό, που κηρύττουν ο Ηρακλείδιος κι ο Μνάσων.
Με συγκίνηση η πομπή προχώρησε στον ναό του Θεού κι εκεί τετρακόσια νέα πρόσωπα, άνδρες και γυναίκες βαπτίσθηκαν κι έγιναν χριστιανοί.

Άλλη φορά ενώ ο Ηρακλείδιος και ο Μνάσων ιερουργούσαν στον ναό και τα πλήθη των πιστών έψαλλαν με κατάνυξη τους ιερούς ύμνους, ένας δαιμονισμένος από τα Πέρα, που υπέφερε από πνεύμα πονηρό, που τον βασάνιζε για καιρό, μπήκε στην εκκλησία, όρμισε πάνω στον Ηρακλείδιο και του ξέσχισε το ένδυμα. Αμέσως όμως γιατρεύτηκε κι άρχισε να δοξάζει τον Θεό. Στο άκουσμα του Θαύματος, πλήθη λαού από τους ειδωλολάτρες έφεραν στους Αγίους διάφορους αρρώστους, κι αυτοί τους γιάτρεψαν κι υστέρα τους βάπτισαν.


Κατά τον ίδιο τρόπο ο Άγιος θεράπευσε ένα τυφλό κι ένα κουτσό κι έκανε καλά ένα παράλυτο. Επίσης έγινε αιτία να πιστέψει ένας αγαλμα τοποιός και να βαπτισθεί με τα τρία παιδιά του και με πολλούς άλλους.
Το ευεργετικό έργο των Αγίων στην πόλη της Ταμασού ήρθε να δια κόψει αυτό τον καιρό μια επιστολή από μέρους των δύο Αποστόλων, του Παύλου και του Βαρνάβα. Την έφερε από την Πάφο κάποιος Νικόλαος. Στο «γράμμα» αυτό οι Απόστολοι έγραψαν στον Ηρακλείδιο όσα τους συνέβησαν εκεί, και του ζητούσαν να σπεύσει να τους συναντήσει και να βοηθήσει κι αυτός στο κήρυγμα. Ο όσιος αφού ανήγγειλε στα πνευματικά του παιδιά το περιεχόμενο της επιστολής και ζήτησε από αυτά τις προσευχές τους, τέλεσε το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, χειροτόνησε τον γιο της Μακεδονίας Γρηγόριο σε πρεσβύτερο και του ανέθεσε να κατηχεί τον λαό, και ξεκίνησε να εκπληρώσει την αποστολική εντολή. Μαζί του πήρε τον Μνάσωνα και κάποιον άλλο, τον Ροδώνα.
Στον δρόμο προς την Πάφο, εκεί στο χωριό Ανώγυρα, ο άγιος Ηρακλείδιος έκαμε καλά ένα τυφλό, αφού του άγγιξε τα μάτια κι επικαλέσθηκε το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι αυτός, γεμάτος ευγνωμοσύνη, έπεσε στα πόδια του θεραπευτή του κι άρχισε να φωνάζει:


— Σ' ευχαριστώ, καλέ μου άνθρωπε. Σ' ευχαριστώ, και πιστεύω με την καρδιά τον Θεό, που κηρύττεις.


Στο άκουσμα της θεραπείας του τυφλού μαζεύτηκαν πολλοί από τα γύρω χωριά, για να δουν και τον θεραπευθέντα και να γνωρίσουν και τους ξένους. Στο αντίκρισμα του τυφλού που ξανάβλεπε και δοξολογούσε τον Θεό των οσίων με έκσταση, άρχισαν κι αυτοί να φωνάζουν: Ελέησε μας, Κύριε. Ελέησε μας, σε παρακαλούμε, τους δούλους σου.
Οι Άγιοι μίλησαν και σ' αυτούς για τον Ιησού και την σωτηρία που έφερε στον κόσμο και στο τέλος βάπτισαν περί τους δεκαπέντε άνδρες. Ένας μάλιστα από τούς νεοφώτιστους, που είχε και το χέρι του ακίνητο, σαν ξεραμένο θεραπεύθηκε με το βάπτισμα.
Οι ιερείς των ειδωλολατρών που άκουσαν κι είδαν όσα έγιναν, ξεσήκωσαν τα πλήθη ενάντια στους Αγίους κι έτσι αυτοί έφυγαν το ταχύτερο για την Πάφο. Αφού για ένα διάστημα συνέδραμαν το έργο των αποστόλων, ξαναγύρισαν στην Ταμασό περνώντας από το Κούριο, που βρισκόταν κοντά στο σημερινό χωριό Επισκοπή. Στην επιστροφή τους, μετά το Κούριο, γιάτρεψαν μια δαιμονισμένη που έτρεχε ξωπίσω τους και τους φώναζε.

Ο Ηρακλείδιος την σφράγισε τρεις φορές με το σημείο του σταυρού κι αμέσως το δαιμόνιο έφυγε από το δυστυχισμένο πλάσμα, που Θεραπεύθηκε και δόξαζε τον Θεό.


Οι ζηλωτές Ιεραπόστολοι με την καρδιά πλημμυρισμένη από χαρά συνέχισαν τον δρόμο τους. Όταν έφτασαν εκεί στο χωριό Μελίνη, έμαθαν ότι η αδελφή του Ηρακλειδίου η Ηρακλειδιανή, είχε αφήσει τον κόσμο αυτό από μέρες κι είχε πετάξει στον ουρανό. Οι Άγιοι τάχυναν το βήμα προς την Ταμασό κι απ' εκεί προς το βουνό Κορώνη, όπου είχε ταφή η όσια. Μπροστά στον τάφο της σταμάτησαν, έψαλαν μερικούς νεκρώσιμους ύμνους κι ύστερα πήγαν στην εκκλησία, όπου ο Άγιος μίλησε στα πλήθη λόγους παρηγοριάς και πνευματικής οικοδομής.


Δέκα μέρες μετά την επιστροφή των οσίων στην Ταμασό, κάποιος ειδωλολάτρης από τη Λαμπαδιστό ή Λαμπαδού, που είχε το όνομα Τιμόθεος, παρουσιάσθηκε στον άγιο Ηρακλείδιο και του είπε, πως προ καιρού είχε εμπιστευθεί στην αδελφή του Ηρακλειδιανή ένα ποσό χρημάτων, για να το φυλάξει. Ο Άγιος, στην παράκληση του Τιμοθέου να του επιστραφούν τα χρήματα, διέταξε να δώσουν σ' αυτόν να φάγει κι υστέρα σηκώθηκε και τράβηξε στον τάφο. Ξωπίσω του ακολούθησαν ο Μνάσων και μερικοί άλλοι. Όταν ο Ηρακλείδιος έφθασε εκεί, γονάτισε και με στοργή κάλεσε την αδελφή του και της είπε γλυκά:


— Αδελφή μου αγαπημένη! Ξύπνα, σε παρακαλώ, και πες μου, που έβαλες τα χρήματα του Τιμοθέου;
- Τα χρήματα, πατέρα κι αδελφέ μου, απήντησε η νεκρή, θα τα βρείτε κάτω από μια πέτρα στο πάτωμα του κρεβατιού.
— Κοιμήσου εν ειρήνη», αδελφή μου, πρόσθεσε ο άγιος επίσκοπος.


Τα χρήματα βρέθηκαν και δόθηκαν στον Τιμόθεο, που απ' την στιγμή εκείνη πίστεψε στον Χριστό, κατηχήθηκε και δέχθηκε το Άγιο Βάπτισμα.


Θα χρειαζόταν να προστεθούν πολλές σελίδες ακόμη για να καταγράψουν του Αγίου τα θαύματα. Τούτο όμως θα μάκραινε πολύ τον λόγο, πράγμα που δεν θέλουμε. Τα λίγα που αναφέρθηκαν είναι αρκετά, για να Ιδεί ο καθένας πόσο πλούσια η αγάπη του θεού χαρίτωσε τον άγιο και μάρτυρα επίσκοπο.
Είπαμε τον άγιο μάρτυρα, γιατί η θεμελίωση κι αύξηση της νέας θρησκείας στην πολυάνθρωπο πόλη εξήγειρε το μίσος των ειδωλολατρών ενάντια στους πρωτεργάτες. Κάποια μέρα ενώ ο γηραιός επίσκοπος βρισκόταν στο σπήλαιο του, άρρωστος με πυρετό, μανιασμένοι ειδωλολάτρες όρμισαν στο σπήλαιο, άρπαξαν τον όσιο και τον έσυραν στην πλατεία της Ταμασού. Εκεί, αφού τον βασάνισαν, τον σκότωσαν με το ξίφος. Ο Άγιος πέθανε προσευχόμενος για τους δήμιους του. Ο θάνατος του όμως δεν κόρεσε τη μανία του όχλου, που έσπευσε να φέρει ξύλα, να ανάψει φωτιά, και να ρίξει μέσα το άγιο σκήνωμα, για να το κάψει. Τη στιγμή εκείνη το πλήθος των χριστιανών δεν κρατήθηκε.

Με τον Μνάσωνα μπροστά ώρμησε, διάλυσε τους ειδωλολάτρες, έσβησε τη φωτιά, κι αφού μάζεψε με ευλάβεια το άγιο λείψανο, το πήρε και τ 'θαψε μέσα στην υπόγεια σπηλιά με δάκρυα στοργής κι ευγνωμοσύνης. Τα θαύματα που έκανε, όταν ήταν στη ζωή, συνεχίστηκαν και μετά τον Θάνατο του, και συνεχίζονται και σήμερα. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού».


Η θρησκεία του Ιησού Χριστού με τις ενέργειες του Ηρακλειδίου και τον ζήλο του, μα και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες μιας μικρής ομάδας ανθρώπων σκόρπισε το φως της νέας ζωής σ' όλη την πολυάν θρωπη πόλη, κι αναγέννησε μυριάδες ψυχές. Αξίζει να σημειωθούν εδώ μερικά ονόματα της Ιεραποστολικής αυτής ομάδας. Ηρακλείδιος, Μνά σων, Ρόδων, Θεόδωρος, Προκλιανή διακόνισσα, Γρηγόριος, Μακεδόνιος, Μακεδονία, Ηρακλειδιανή.

Τα ονόματα αυτά αντιπροσωπεύουν μερικές από τις άγιες μορφές που εργάστηκαν με πίστη φλογερή κι αυταπάρνηση για την πνευματική αναγέννηση του τόπου μας. Πόσα δεν χρωστάμε σ' αυτούς! Αλήθεια! Πόσα;

Αλλά και ποια καλύτερα παραδείγματα και πρό σωπα μπορούμε, όσοι πονούμε ειλικρινά τον τόπο αυτό, να προβάλουμε και σήμερα στη νεολαία μας από τους ιερούς αυτούς αγωνιστές της πίστεως τους αγωνιστές, που μέσα σ' ένα κόσμο σάπιο απ' την ειδωλολατρία ύψωσαν το ανάστημα τους «υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχού μενοι, εν ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» (Εβρ. ια' 37-38) κι αγωνίσθηκαν κι έδωσαν τα πάντα για το ευγενέ στερο Ιδανικό, για τη θρησκεία του Εσταυρωμένου και Αναστάντος Χριστού. Αξίζει στους νέους ν' αγωνίζονται και να πεθαίνουν για τα ιδανικά τους. Κι ο άγιος Ηρακλείδιος νέος έδωκε στον Χριστό την καρδιά του, την υγεία του, τη ζωή του. Οι αιώνες θα ξεθωριάζουν μέσα στον χρόνο. Ένα όμως θα μένει άφθαρτο κι ανέγγιχτο από την καταλύτρια δύναμη των καιρών. Το όνομα εκείνων που υπέταξαν τη ζωή τους στον Χριστό και ταύτισαν το θέλημα τους με το δικό Του.

Ο άγιος Ηρακλείδιος είναι ένας απ' αυτούς.

Ας μιμηθούμε το παράδειγμα του.

Αυτός είναι κι ο καλύτερος τρόπος να δείξουμε σ' αυτόν τον σεβασμό μας και τη γνήσια αγάπη μας.


Γύρω στα 400 μ.Χ. πάνω από το υπόγειο σπήλαιο, που περικλείει τον τάφο του Αγίου κτίστηκε η μονή του αγίου Ηρακλειδίου. Η μονή αυτή ανακαινίστηκε τα τελευταία χρόνια κι έγινε γυναικεία. Στον ναό της κάθε Κυριακή και γιορτή πλήθη ευλαβών χριστιανών συνέρχονται από τα διάφορα μέρη της νήσου, για να παρακολουθήσουν τη θεία Λειτουργία και τις άλλες ιερές ακολουθίες. Συγχρόνως όμως και να προσκυνήσουν μ' ευλάβεια την κάρα του Αγίου και να τονωθούν ψυχικά.

Είθε η χάρη του να σκέπει και να φυλάει πάντα το μαρτυρικό νησί μας κι όλους μας.


Απολυτίκίο Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε...
Την ποίμνην εποίμανας, την του Σωτήρος Χριστού, και θείων, μακάριε, ναμάτων πάντων ψυχάς πλουσίως κατήρδευσος•όθεν των Σε τιμώντων ο χορός αναμέλπει, ύμνους Σοι και γεραίρει, την αγίαν Σου μνήμην ικέτευε ούν αεί υπέρ ημών, ιεράρχα Ηρακλείδιε.


Εξήγηση: Άξια ποίμανες, μακάριε, τη λογική ποίμνη του Σωτήρος Χριστού και με τα νάματα της θείας διδασκαλίας πότισες και ξεδίψασες όλους τους πιστούς• γι' αυτό κι ο εκκλησιαστικός χορός εκείνων που σε τιμούν, ψάλλει σε Σένα ύμνους και πανηγυρίζει τη μνήμη σου την αγία. Μεσίτευε, λοιπόν, σε παρακαλούμε στον Κύριο για μας, άγιε ιεράρχα Ηρακλείδιε.


Απολυτίκιο Ήχος γ΄
Ποίημα του Μακ. Αρχ. Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου.
Μέγαν εύρατο των Ταμασέων, πόλις κήρυκα και ποιμενάρχην, της εκκλησίας Χριστού και διδάσκαλον. Των γαρ ειδώλων την πλάνην κατήργησας, φως αληθείας κηρύξας τοις έθνεσιν. Όθεν, άγιε ιεράρχα Ηρακλείδιε, Χριστόν τον Θεόν Ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ