Ο άγιος Ευλάλιος
(22 Οκτωβρίου)



Στον πνευματικό ορίζοντα της Εκκλησίας της «Νήσου των Αγίων» σαν άστρο φωτεινό έλαμψε κι ο επίσκοπος της παλιάς βυζαντινής πολιτείας, της ονομαστής Λάμπουσας,
Λάμπουσα λεγόταν η παλιά Λάπηθος που ήταν κτισμένη κοντά στη θάλασσα. Στην Ελληνική και Ρωμαϊκή εποχή, όσο και στα χρόνια τα Πρωτοβυζαντινά η πόλη φημιζόταν για τα πλούτη της γι' αυτό και Λάμπουσα. Την πόλη κατέστρεψαν αι Σαρακηνοί με τις αλλεπάλληλες επιδρομές τους κι έτσι οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να αποτραβηχτούν ψηλότερα, εκεί που είναι σήμερα.

ο άγιος Ευλάλιος. Το όνομά του μας το έχουν παραδώσει οι χρονικογράφοι Λεόντιος Μαχαιράς και Φλώριος Βουστρώνιος. Για τον βίο και τη δράση του ως επισκόπου δεν μας αναφέρεται τίποτα. Άγνωστα μας είναι και τα χρόνια που ήκμασε. Ό,τι εκθέτουμε εδώ, είναι ο,τι μας λένε δύο τοπικές παραδόσεις και ο,τι κατορθώσαμε να βρούμε στην ακολουθία του, που δημοσίευσε για πρώτη φορά ο Βυζαντινολόγος ερευνητής κ. Κ. Χατζηψάλτης, στον Θ' τόμο του Δελτίου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών.

Σε μια τοπική παράδοση πολύ διαδεδομένη αναφέρεται, πως ο άγιος αυτός ποιμένας ήταν επίσκοπος στην Έδεσσα της Συρίας.

Στην πόλη αυτή φυλασσόταν με πολύ σεβασμό η εικόνα του Αγίου Μανδηλίου, της οποίας η ιστορία έχει περίπου ως εξής: Κατά την εποχή που στην Παλαιστίνη ζούσε και θαυματουργούσε ο Κύριος, στην Έδεσσα ήταν ένας βασιλιάς που λεγόταν Αύγαρος.

Κάποια μέρα ο βασιλιάς αρρώστησε από λέπρα. Οι γιατροί που τον επισκέφθηκαν στάθηκαν ανίκανοι να του προσφέρουν και την πιο μικρή βοήθεια. Η λύπη του άρχοντα ήταν μεγάλη.

Σ' αυτή την κατάσταση την απελπιστική μια αχτίνα ελπίδας χύθηκε στην καρδιά του, σαν έμαθε πως στη γειτονική χώρα, την Παλαιστίνη, ήταν ένας άνδρας, πρότυπο αρετής και καλοσύνης, που γιάτρευε όλες τις αρρώστιες. Ακόμα ανάσταινε και νεκρούς μ' ένα και μόνο λόγο του.

Να μπορούσε να πάει ως εκεί, θα εύρισκε οπωσδήποτε την υγεία του. Η απόσταση όμως ήταν τόσο μακρινή κι η αρρώστια του τόσο βαριά κι οδυνηρή, που του ήταν αδύνατο ν' αναλάβει ένα τέτοιο ταξίδι.

Τι να κάμει λοιπόν; Κάθισε και σκέφθηκε κι αποφάσισε. Έγραψε μια επιστολή και την έδωσε σε μερικούς ανθρώπους δικούς του, να την πάνε στην Παλαιστίνη και να την δώσουνε προσωπικά στον μεγάλο θεραπευτή. Σ' αυτή του μιλούσε με πόνο για τη δοκιμασία του και τον παρακαλούσε να πάει ο ίδιος στην Έδεσσα, να τον δει και να τον γιατρέψει.

Οι απεσταλμένοι έκαναν όπως τους διέταξε ο βασιλιάς τους. Πήγαν στην γειτονική κι ευλογημένη χώρα, βρήκαν τον θείο Θεραπευτή και Δάσκαλο, τον Ιησού και του επέδωσαν την επιστολή. Κι Αυτός αντί να σηκωθεί να πάει στην Έδεσσα, όπως του ζητούσε ο άρρωστος βασιλιάς Αύγαρος, πήρε ένα μαντήλι και μ' αυτό σπόγγισε τον ίδρωτα από το άγιο πρόσωπο Του. Την ίδια στιγμή στο μαντήλι απάνω αποτυπώθηκε η θεϊκή μορφή Του. Δείχνοντας στους ανθρώπους του βασιλιά την Αχειροποίητη εκείνη εικόνα του, τους έδωσε το μαντήλι και τους είπε να το πάνε στον άρχοντα τους, κι αυτός μόλις θα 'βλεπε την εικόνα Του, θα γινόταν αμέσως καλά. Κι έτσι πράγματι έγινε.

Τούτο το Μανδήλιο, με την Αχειροποίητο εικόνα του Κυρίου Ιησού, φυλασσόταν για πολλά χρόνια στην Έδεσσα μέσα στο βασιλικό παλάτι. Μετά τον θάνατο όμως του βασιλιά ένας από τους διαδόχους του, φανατικός ειδωλολάτρης αποφάσισε να καταστρέψει το ιερό τούτο κειμήλιο. Την ανίερη απόφαση του έκαμε γνωστή στον τότε επίσκοπο της Έδεσσας Ευλάλιο. Κι αυτός για να σώσει την Αχειροποίητη εικόνα, χωρίς να χάσει καιρό παρέλαβε τη νύχτα κρυφά το Άγιο Μανδήλιο, κι έφυγε απ' την Έδεσσα. Περπάτησε όλη νύχτα. Την άλλη μέρα έφτασε στην ακρογιαλιά. Εκεί βρήκε ένα καράβι, το οποίο ταξίδευε για την Κύπρο, κι ανέβηκε πάνω σ' αυτό. Όταν όμως πλησίαζε στην Κύπρο, σηκώθηκε δυνατή τρικυμία. Τα κύματα βουνά πελώρια απειλούσαν να το βουλιάξουν. Οι επιβάτες τρομαγμένοι έτρεχαν εδώ κι εκεί μη ξέροντας τι να κάμουν. Κάποια στιγμή ο επίσκοπος Ευλάλιος βγάζοντας από τον κόρφο τον πολύτιμο θησαυρό του, έκαμε το σημείο του σταυρού, άνοιξε με ιερή ευλάβεια το Άγιο Μανδήλιο, το άπλωσε στη φουρτουνιασμένη θάλασσα και κάθισε απάνω του. Την ίδια ώρα η θάλασσα γαλήνεψε και τα κύματα έφεραν τον επίσκοπο στη Λάμπουσα. Σαν έφτασε και βγήκε στη στεριά, ο Ευλάλιος φρόντισε κι έκτισε εκεί ένα μοναστήρι, στο όποιο κι αφιέρωσε το Άγιο Μανδήλιο με την Αχειροποίητη εικόνα του Χριστού. Γι' αυτό και το μοναστήρι κλήθηκε Μονή της Αχειροποιήτου, μια κι η εικόνα του Χριστού που ήταν αποτυπωμένη σ' αυτό, δεν είχε γίνει από χέρια ανθρώπου.

Μια άλλη όμως και πάλι Κυπριακή παράδοση μας λέγει, πως ο Ευλάλιος ο επίσκοπος της Λάμπουσας δεν έχει καμιά σχέση με τον ιερό Ευλάλιο τον επίσκοπο της Έδεσσας. Πρόκειται για ένα άλλο άσχετο πρόσωπο, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάμπουσα.
Ο άγιος αυτός από μικρό παιδί υπήρξε άνθρωπος του Θεού. Γεννήθηκε απο θεοσεβείς γονείς, οι όποιοι και του φύτεψαν στην ψυχή από αυτή την παιδική ηλικία την αγάπη προς τα ιερά Γράμματα και την αρετή. Και τα αποτελέσματα αυτής της ανατροφής δεν άργησαν να φανούν. Νέος ακόμη ο Ευλάλιος άρχισε να διακρίνεται μέσα στην κοινότητα της Λάμπουσας τόσο για την αγία και παραδειγματική ζωή του, όσο και για την αρετή του. Όταν τέλειωσε τις σπουδές του, οι πιστοί χριστιανοί της πόλεως που θαύμαζαν το σεμνό ήθος και την όλη του προσεκτική και ζηλευτή συμπεριφορά, ζήτησαν από τον τότε επίσκοπο τους να προωθήσει τον πιστό νέο σε διάκονο και πρεσβύτερο. Ακόμη και να του αναθέσει ενεργό κι υπεύθυνο θέση στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ο ζηλωτής νέος έχοντας πάντα στη σκέψη του τη σύσταση του προφήτου Ιερεμίου «αγαθόν ανδρί, όταν άρη ζυγόν εκ νεότητας αυτού», έσπευσε ν' αποδεχθεί. Γνωρίζει πως το ψυχοσωτήριο έργο της Εκκλησίας του Χριστού, απαιτεί πολλούς κόπους και θυσίες, αλλά κι αρκετές ευθύνες. Πολλές φορές ο αφοσιωμένος στην υπηρεσία των ψυχών εργάτης θα αντιμετωπίσει πικρίες από την αχαριστία εκείνων τους οποίους κλήθηκε να καθοδηγήσει στον δρόμο της σωτηρίας, αλλά και τον φθόνο και τον διωγμό των εχθρών του Χριστού. Τα λόγια του θεοφώτιστου Αποστόλου «ουκ εστίν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. στ', 12), αντηχούν συνεχώς στ' αυτιά του. Όμως δεν φοβάται. Δεν υποχωρεί μπροστά στο ύψος των ευθυνών. Αλλά με απόλυτη εμπιστοσύνη στον αρχηγό της πίστεως «και τελειωτήν Ιησούν», αποδέχεται την πρόταση του αγίου επισκόπου της Λάμπουσας, και χειροτονείται διάκονος και μετά ιερέας. Στη θέση του αυτή ο φλογερός εργάτης αφήνει να λάμψουν όλα τα πνευματικά και ηθικά του χαρίσματα. Κηρύττει τακτικά και με ζήλο. Οργανώνει υποδειγματικά τη φιλανθρωπική ζωή και γίνεται η ψυχή και το κέντρο κάθε πνευματικής δράσεως. Δεν πρόφτασε όμως ο ιερός πατήρ να αναπτύξει όλη του τη δράση, όταν ο θάνατος του γέροντα επισκόπου της δοξασμένης πόλεως τον αναγκάζει να αναλάβει το έργο του επισκόπου. Κληρικοί και λαϊκοί με μια φωνή καλούν τον φιλόθεο ιερέα να αποδεχθεί το υψηλότατο στην εκκλησία υπούργημα, το του επισκόπου. Με ταπείνωση και φόβο Θεού ο ευλαβής κληρικός κύπτει τον αυχένα και μ' ευγνωμοσύνη αποδέχεται το θείο χάρισμα του αρχιερέα. Το δέχεται και το καλλιεργεί με όλη τη δύναμη και τη φλόγα της αγνής ψυχής του.

«Παραδοθείς τη χάριτι του Θεού» ολοκληρωτικά, επέδειξε «σύνεσιν εν πάσι», ζήλο θερμουργό και δράση θαυμαστή. Με έργα και λόγια κινείται παντού κι αναδεικνύεται πραγματικά δάσκαλος της ευσέβειας και πρόμαχος της ορθοδόξου πίστεως. Το κήρυγμα του υπήρξε Χρυσοστομικό. Ευλάλιος ήταν τ' όνομα του. Ευλάλιος όμως αναδείχθηκε και στην πράξη. Η ομιλία του ήταν αληθινά μαγευτική. Τα λόγια του διακρινόντουσαν όχι μονάχα σε γλυκύτητα και καλλιέπεια, αλλά προ παντός σε περιεχόμενο. Οι Γραφικές έννοιες ακολουθούσαν η μια την άλλη με μια χάρη κι απλότητα ζηλευτή. Ποταμοί θεολογίας ξεχυνόντουσαν από τα χείλη του που συνήρπαζαν κι οδηγούσαν σε έργα χριστομίμητα και θεάρεστα. Σε έργα αγάπης και φιλανθρωπίας και σε εκδηλώσεις χριστιανικής ανωτερότητας και ζηλευτού ιερού ενθουσιασμού. Ως θεοφώτιστος ποιμένας προβάτων λογικών ακολουθεί με ταπεινο φροσύνη καί πραότητα το παράδειγμα του μοναδικού Ποιμένα των ψυχών και με αυτοθυσία αποστολική εργάζεται μέρα και νύχτα, για να τα οδηγήσει στον δρόμο της σωτήριας. Τα διδάσκει τακτικά. Πολεμά την απιστία και κακοπιστία όπου τη βρίσκει. Με υπομονή καταφωτίζει τους πιστούς και απομονώνει τους αιρετικούς. Προστατεύει τα ορφανά και τους αδικούμενους. Φροντίζει τους πτωχούς και τους άρρωστους. Παρηγορεί τους Θλιμμένους. Γίνεται «τοις πάσι τα πάντα, ίνα πάντως τινός σώσει» (Α' Κορ. θ', 22).

Έτσι κινήθηκε κι έδρασε ο ιερός Ευλάλιος ως ιερέας στην αρχή και μετά ως επίσκοπος. Τα λόγια της Γραφής, που μελετούσε καθημερινά και δίδασκε με τόση σοφία και χάρη, φρόντιζε πρώτα ο ίδιος να τα εφαρμόζει στη ζωή του. Έτσι και το του σοφού της Παλαιάς Διαθήκης «όσω μέγας ει, τοσούτω ταπεινού σεαυτόν, και έναντι Κυρίου ευρήσεις χάριν» (Σοφ. Σειράχ γ', 18) το είχε πάντα μπροστά στα μάτια του. Καμιά καύχηση δεν παρουσίαζε για τις επιτυχίες του. Κανένα εγωισμό. Καμιά ιδιοτέλεια ή υστεροβουλία. Μαζί με τον απόστολο Παύλο μπορούσε κι αυτός να αναφωνεί: «Χάριτι Θεού ειμί ο είμι» (Α' Κορ. ιε', 10). Στο πρόσωπο του αγίου τούτου ιεράρχου που με υπομονή κι επιμονή διατήρησε μέχρι τέλους και το σώμα και τον νου και την ψυχή καθαρά, μπορούσε στ' αλήθεια να πούμε, πως ξεπληρώθηκε της Γραφής ο λόγος: «ό,τι χάρις και έλεος εν τοις εκλεκτοίς αυτού και επισκοπή εν τοις οσίοις αυτού» (Σοφ. Σολ. δ', 15).

Όσιος και εκλεκτός του Θεού αναδείχθηκε σε όλα ο μακάριος επίσκοπος. Ελεύθερος από αδυναμίες και πάθη κι ακούραστος κήρυκας της αλήθειας κατόρθωσε με την αγνότητα της ζωής του να γίνει ένας άγγελος σε ανθρώπινο σώμα, τύπος και υπογραμμός μιας ανώτερης ζωής κι αληθινός και γνήσιος φίλος του Δεσπότου Χριστού «άκακος, όσιος, αμίαντος».

Στο ιερό πρόσωπο του τα πνευματικά παιδιά του βλέπουν πάντα τον γνήσιο «στρατιώτη του Ιησού Χριστού». Τον στρατιώτη που με τις ολονύκτιες προσευχές και δεήσεις, κατακτά μιά-μιά τις υψηλές κορυφές της αρετής, αλλά κι αγωνίζεται με το υπέροχο παράδειγμα της αγάπης και αγιότητας του, να διαφυλάξει και τα πνευματικά παιδιά του. Να τα διαφυλάξει από τα ποικίλα κακά που τα προσβάλλουν. Να τα διαφυλάξει αλώβητα από την απιστία, τις αιρέσεις, το πνεύμα του ευδαιμονισμού, που τα απειλούσε εξ αιτίας του πλούτου, που καθημερινά συνέρεε στην πόλη τους. Δίκαια ο ιερός υμνογράφος του ψάλλει: «Σάρκα καθυπέταξας, τω λογισμω στερρώς πάνσοφε, και ως ποιμήν, λογικών προβάτων, όντως μάλα εποίμανας». Η διακήρυξη του Κυρίου «ο Ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων» (Ιωάν. ι΄, 11) κυκλοφορεί πάντα στη σκέψη του. Γι' αυτό ουδέποτε έδινε «ύπνον τοις οφθαλμοίς του και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις του» σαν εμάνθανε, πως μερικοί απο τους χριστιανούς του κινδύνευαν από τον ένα ή τον άλλον πειρασμό. Μια τέτοια ζωή, ζωή «πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιωαν. α', 14) δεν μπορούσε να μη ελκύσει προς αυτήν την εύνοια και την ευλογία του ουρανού. Ο Κύριος προσφέρει πάντα πλούσια τη χάρη και τις δωρεές Του σ' εκείνους που Τον αγαπούν. «Τους δοξάζοντας με δοξάσω» διακηρύττει αυτό το Πνεύμα του Θεού. Και στ' αλήθεια. Η αγάπη του Κυρίου πολύ δόξασε τον άξιο εργάτη και ποιμένα της λογικής μάνδρας του. Πλούσια τον χαρίτωσε, όταν ακόμη βρισκόταν στη γη. Πολλά είναι τα θαύματα που ενήργησε και ενεργεί μέσο του αγίου ο των θαυμασίων Θεός. Θαύματα που προκαλούν το θάμβος. Θαύματα καταπληκτικά. Θαύματα που έχουν ως σκοπό τους την παρηγοριά όσων υποφέρουν και την απαλλαγή τους από τα κακά και λυπηρά. Θαύματα ακόμη που αποβλέπουν στη δόξα του Θεού.

Από τον Κύριο των Δυνάμεων ο πιστός εργάτης του χριστιανικού αμπελώνας πήρε τη χάρη, να αποδιώκει δαίμονες. Να θεραπεύει διάφορα νοσήματα ψυχής, αλλά και αρρωστήματα του σώματος. Να βοηθά καθημερινά εκείνους που ταξιδεύουν και ταλαιπωρούνται στη θάλασσα. Να προστατεύει όσους κινδυνεύουν από πειρατείες κι επιθέσεις απάνθρωπες. Και γενικά να λυτρώνει από τα δεινά καθένα, που επικαλείται τη μεσιτεία του.

Πολλές φορές με τις προσευχές του σε τόπους άνυδρους και ξηρούς ανέβλυσαν πηγές, που εξακολουθούν ως την εποχή μας, να προσφέρουν τα δροσερά τους νάματα, για να ξεδιψούν και να δροσίζουν τους οδοιπόρους. Τέτοια πηγή με γάργαρο νερό είναι και το άγιασμα του κοντά στον ιερό ναό του. Αυτό το άγιασμα του θεόφρονα πνευματικού και φιλάνθρωπου αρχιποιμένα της Λάμπουσας, θεραπεύει κάθε αρρώστια και απαλλάσσει, όπως ομολογούν πολλοί και από τη συχνή ενόχληση του συναχιού. Τη θεραπευτική του προσφορά ο άγιος με το άγιασμα του την προσφέρει αφειδώλευτα όχι μονάχα σε πιστούς προσκυνητές, αλλά και σε άπιστους αλλόφυλους. Ένας απ' αυτούς, δεν είναι πολλά χρόνια, με όλως διόλου κατεστραμμένα δόντια, πήγε με πίστη και με θερμή προσευχή ζήτησε από τον άγιο τη βοήθεια του. Ύστερα λούστηκε με το θαυματουργό νερό, κι έπλυνε καλά και το στόμα του. Το αποτέλεσμα υπήρξε θαυμαστό. Ο άρρωστος θεραπεύτηκε τελείως κι έφυγε δοξάζοντας τον Θεό και τον όσιο του.

Σε αρκετά προχωρημένη ηλικία ο μακάριος ποιμήν της Εκκλησίας του Χριστού, έλαια κατάκαρπος, έκλινε την κεφαλή μπροστά στη θεία βουλή και απεδήμησε για τη βασιλεία του Θεού. Ο θάνατος του σήμανε συγκλονισμό σε όλη την περιφέρεια και θλίψη σε ολόκληρη τη νήσο. Οι άνθρωποι, που ευεργετήθηκαν από την αγάπη και την καλωσύνη του, έτρεξαν από όλα τα μέρη για να τον ιδούν έστω και νεκρό ακόμη μια φορά, και να τον ασπασθούν και να πάρουν την ευλογία του.

Αργότερα η ευλάβεια των κατοίκων της δοξασμένης πόλεως έκτισε κοντά στη θάλασσα και σε μικρή απόσταση από την ιερά Μονή της Αχειροποιήτου ένα ναό στ' όνομα του. Ο ναός αυτός με τον καιρό, και τις τόσες επιδρομές που δοκίμασε η πλούσια πόλη καταστράφηκε. Πάνω στα ερείπια του πρώτου ναού ξανακτίστηκε τον δέκατο έκτο αιώνα άλλος ναός, που διατηρείται εξωτερικά σε πολύ καλή κατάσταση. Τον ναό έκτισε σε ρυθμό Φραγκοβυζαντινό «ο Νεόφυτος της Λευκωσίας Ποιμήν» και «νεύσει θείας χάριτος», για να λάβει με τις πρεσβείες του αγίου «λύτρωσιν συμφορών τε και θλίψεως».

Ο ναός ήταν ένα όμορφο μνημείο ακέραιο και πολύ καλά διατηρημένο, μέχρι την τούρκικη εισβολή. Το εσωτερικό του μόνο ήταν γυμνό, χωρίς πάτωμα, χωρίς τοιχογραφίες και φορητές εικόνες, και μ' ένα τέμπλο φθαρμένο.

Το λαμπρό παράδειγμα κι η αγνή ζωή του φλογερού και μακάριου επισκόπου της Λάμπουσας, ας φωτίσουν τον δρόμο της πρόσκαιρης ζωής όλων μας. Κι αν για οποιουσδήποτε λόγους οι πειρασμοί μας νίκησαν και μας απεμάκρυναν από τα καθήκοντα μας ως χριστιανών, με αποτέλεσμα να θρηνούμε σήμερα «τα περασμένα μεγαλεία», το πάν δεν χάθηκε για μας. Ας μετανοήσουμε και με συντριβή ψυχής, ας ζητήσουμε με τις πρεσβείες του αγίου πατρός Ευλαλίου το έλεος του Θεού. Σε οποιαδήποτε ηλικία κι αν βρισκόμαστε, η αντίστοιχη ηλικία της ενάρετης ζωής του Αγίου, πολλά έχει να μας πει και να μας διδάξει. Κάτι περισσότερο. Με την ειλικρινή μετάνοια μας θα επιτύχουμε αυτό που ποθούμε και μ' όλη μας την ψυχή λαχταρούμε: Τη λύτρωση από τα δεινά και την ελεύθερη μετακίνηση και διακίνηση μας στα αγιασμένα χώματα της πατρικής γης.

Πρωί και βράδυ, ας κλείνουμε λοιπόν νοερά της ψυχής τα γόνατα μπροστά στη σεβάσμια μορφή του θεόφρονος Αγίου, κι από τα τρίσβαθα της καρδιάς, ας του λέμε κι εμείς με πίστη φλογερή και ακλόνητη.

Θεόφρον Ευλάλιε, την σήν, ποίμνην περιφύλαττε, εκ πάσης βλάβης και θλίψεως, και περιστάσεως, και εκ πάσης ρύσαι, συμφοράς, θεσπέσιε, και της αιχμαλωσίας πρεσβείαις σου, ίνα δοξάζωμεν, ποιμένα αληθέστα τον, και Τριάδος, μέγιστον συνήγορον.

Απολυτίκιο
Ήχος δ'

Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητας...
 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ